συγκρατημένος

(προωθήθηκε από συγκρατημένη)
Μεταφράσεις

συγκρατημένος

(siŋgrati'menos) αρσενικό

συγκρατημένη

(siŋgrati'meni) θηλυκό

συγκρατημένο

abstemious, reserved, temperate (siŋgrati'meno) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι αυθόρμητος συγκρατημένη χαρά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close