συγκρατώ

Μεταφράσεις

συγκρατώ

contain, curb, hold (siŋgra'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κόβω την ορμή συγκρατώ τους λυγμούς μου
2. ελέγχω συγκρατώ το θυμό μου
3. θυμάμαι συγκρατώ ένα νούμερο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close