συγκρούομαι

Μεταφράσεις

συγκρούομαι

collide, crash, conflict, clashيَتَحَطَّمُ, يَتَصَادَمُ, يَصْطَدِمُhavarovat, nesouhlasit, srazit seforulykke, kollidere, støde sammenkollidieren, verunglücken, zusammenstoßenchocar, colisionar, estar en conflicto, estrellartörmätä, törmätä yhteenentrer en collision, s’affronter, s’écrasersudariti se, sukobiti seentrare in collisione, scontrarsi衝突する꽝하고 박살나다, 충돌하다botsen, slaags rakenkollidere, krasjerozbić się, zderzyć siębater contra, chocar-se, colidir, envolver-se em confrontos, espatifar-seразбить, сталкиватьсяbraka, kollideraขัดแย้ง, ชนอย่างแรง, ปะทะกันçarpılmak, çarpışmak, çatışmakđâm mạnh, va chạm冲突, 坠毁, 碰撞 (siŋ'gruome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. τρακάρω Δύο τρένα συγκρούστηκαν.
2. έρχομαι σε αντίθεση Τα συμφέροντά μας συγκρούονται συχνά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close