συγκόλληση

Μεταφράσεις

συγκόλληση

(siŋ'golisi)
ουσιαστικό θηλυκό
το να κολλάει κν κυρίως μέταλλα μεταξύ τους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close