συγχωρώ

Μεταφράσεις

συγχωρώ

pardonner, absoudre, excuserforgive, condone, excuse, pardonيَغْفِرُodpustittilgiveverzeihenperdonarantaa anteeksioprostitiperdonare許す용서하다vergeventilgiwybaczyćperdoarпрощатьförlåtaให้อภัยbağışlamaktha thứ原谅 (siŋxo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω συγχώρεση Συγχώρεσέ με! Δε θα το ξανακάνω!
2. παραβλέπω συγχωρώ τα ελαττώματα κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close