συζυγικός

(προωθήθηκε από συζυγική)
Μεταφράσεις

συζυγικός

(siziʝi'kos) αρσενικό

συζυγική

(siziʝi'ci) θηλυκό

συζυγικό

conjugalconjugal (siziʝi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με συζύγους συζυγικό κρεβάτι συζυγική ζωή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close