συκοφαντικός

(προωθήθηκε από συκοφαντική)
Μεταφράσεις

συκοφαντικός

(sikofandi'kos) αρσενικό

συκοφαντική

(sikofandi'ci) θηλυκό

συκοφαντικό

slanderous (sikofandi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με συκοφαντία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close