συλλέγω

Μεταφράσεις

συλλέγω

collect, compile, pickramasser, rassemblerيَجْمَعُsebratsamlesammelnrecoger, reunirkerätäsakupljatiraccogliere集める...을 모으다verzamelensamle (inn)zebraćcolher, juntar, coletarсобиратьhämtaสะสมtoplamakthu thập收集събира收集 (si'leɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. συγκεντρώνω συλλέγω στοιχεία
2. κάνω συλλογή συλλέγω γραμματόσημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close