συλλαμβάνω

Μεταφράσεις

συλλαμβάνω

arrest, conceive, detect, apprehend, grasp, nabarrêter, concevoir, détecterيَقْبِضُ عَلَىzatknoutarrestereverhaftenarrestar, NABpidättääuhititiarrestare逮捕する체포하다arresterenarresterezaaresztowaćprender, NABзадерживатьgripaจับกุมtutuklamakbắt giữ逮捕 (silam'vano)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πιάνω συλλαμβάνω ύποπτο
2. μένω έγκυος Συνέλαβε δίδυμα!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close