συμβάλλω

Μεταφράσεις

συμβάλλω

ajouter, amener, apporter, contribuer, donner (sim'valo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βοηθάω, συντελώ συμβάλλω στην ευτυχία κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close