συμβίωση

Μεταφράσεις

συμβίωση

symbioseсимбиоз (sim'viosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. συνύπαρξη ειρηνική συμβίωση
2. το να ζουν μαζί ένας άντρας και μια γυναίκα, χωρίς γάμο Προτιμούμε τη συμβίωση από το γάμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close