συμβιβάζομαι

Μεταφράσεις

συμβιβάζομαι

يُسَوِّي بِحَلٍّ وَسَطdohodnout sekompromittereeinen Kompromiss schließencompromisetransigirtehdä kompromissicompromettrepostići kompromistransigere妥協する타협하다compromis sluitengå på akkord medpójść na kompromisacordar, entrar em acordoпойти на компромиссkompromissaประนีประนอมödün vermekthỏa hiệp妥协 (simvi'vazome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. υποχωρώ συμβιβάζομαι με τον κανονισμό Είμαι υποχρεωμένος να συμβιβαστώ.
2. ταιριάζω Δουλειά και οικογένεια δε συμβιβάζονται πάντα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close