συμβιβάζω

Μεταφράσεις

συμβιβάζω

compromise, reconcile (simvi'vazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω να συνυπάρχουν Κατάφερα να συμβιβάσω τη δουλειά με την οικογένεια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close