συμβιώνω

Μεταφράσεις

συμβιώνω

(simvi'ono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ζούμε, υπάρχουμε στον ίδιο χώρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close