συμβολισμός

Μεταφράσεις

συμβολισμός

symbolismsimbolismosymboliksymbolismesimbolismo象徵象征simbolismoסימבוליזם (simvoli'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. η χρήση συμβόλου για απόδοση εννοιών, πραγμάτων κ.λπ. ο συμβολισμός μιας τελετής
2. λογοτεχνία λογοτεχνικό κίνημα από το ρομαντισμό στο συμβολισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close