συμμερίζομαι

Μεταφράσεις

συμμερίζομαι

share, sympathizepartager, plaindreيَتَعَاطَفُmít porozuměnívise forståelse formitfühlencompadecer, simpatizartuntea sympatiaasuosjećatisimpatizzare同情する동정하다sympathiserenha medfølelse medwspółczućcompadecer-seсочувствоватьsympatiseraเห็นใจhalden anlamakthông cảm同情 (sime'rizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. καταλαβαίνω, μπαίνω στη θέση κάποιου Συμμερίζομαι τις ανησυχίες σου. συμμερίζομαι κπτη δυστυχία κάποιου
2. συμφωνώ με κτ συμμερίζομαι τις απόψεις κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close