συμπίπτω

Μεταφράσεις

συμπίπτω

coincide, concur, overlapcoïnciderيَتَزامَنُpřihodit se současněske samtidigzusammenfallencoincidirsattua samaan aikaanpodudarati secoincidere同時に起こる동시에 일어나다samenvallenfalle sammenzbiec sięcoincidirсовпадатьsammanfallaสอดคล้องกันพอดีçakışmaktrùng lặp巧合 (si'mbipto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ταιριάζω Τα συμφέροντά μας συμπίπτουν.
2. συμβαίνει την ίδια στιγμή Τα ωράριά μας συμπίπτουν.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close