συμπαθητικός

(προωθήθηκε από συμπαθητική)
Μεταφράσεις

συμπαθητικός

(simbaθiti'kos) αρσενικό

συμπαθητική

(simbaθiti'ci) θηλυκό

συμπαθητικό

sympathique, agréablesimpatico, gradevolelikeable, niceلَطِيفٌpříjemnýrarnettamable, agradablemukavalijepすてきな좋은mooihyggeligmiłyagradável, legalприятныйtrevligดีhoşdễ chịu美好的נחמד (simbaθiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. αγαπητός συμπαθητικός άνθρωπος
2. ευχάριστος, ικανοποιητικός συμπαθητική συζήτηση
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close