συμπατριώτης

Μεταφράσεις

συμπατριώτης

(simbatri'otis) αρσενικό

συμπατριώτισσα

compatriotecompatriotlandsmandLandsmannمواطنهlandsmancompatriotacompatriota (siŋbatri'otisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που κατάγεται από τον ίδιο τόπο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close