συμπιέζω

Μεταφράσεις

συμπιέζω

compress, squeeze in

συμπιέζω

يَحْشو

συμπιέζω

vtěsnat

συμπιέζω

presse ind

συμπιέζω

hineinzwängen (sich)

συμπιέζω

apretujarse

συμπιέζω

sulloa

συμπιέζω

insérer

συμπιέζω

ugurati se

συμπιέζω

riuscire ad infilarsi

συμπιέζω

割り込む

συμπιέζω

비집고 들어가다

συμπιέζω

erin wringen (zich)

συμπιέζω

klemme inn

συμπιέζω

wcisnąć się

συμπιέζω

enfiar-se

συμπιέζω

klämma (sig) in

συμπιέζω

เบียดเข้าไป

συμπιέζω

sıkışmak

συμπιέζω

chen lấn

συμπιέζω

挤进来
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close