συμπλήρωση

Μεταφράσεις

συμπλήρωση

completion (si'mblirosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. προσθήκη Η υποχρεωτική συμπλήρωση στοιχείων είναι υποχρεωτική.
2. το να συμπληρώνεται έγγραφο συμπλήρωση δήλωσης
3. κλείσιμο συμπλήρωση δεκαετίας
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close