συμπληρώνω

Μεταφράσεις

συμπληρώνω

fill in, fill out, complete, supplementcompléter, remplirيَـمْلأُ الفَرَاغvyplnitudfyldeausfüllenrellenartäyttääispuniticompilare記入する써 넣다invullenfylle utzapełnićpreencherзаполнятьfylla iกรอกdoldurmakđiền vào填写 (simbli'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προσθέτω συμπληρώνω ποσό χρημάτων
2. γεμίζω Συμπληρώστε τα κενά.
3. κλείνω Συμπληρώνω δέκα χρόνια υπηρεσία.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close