συμφέρω

Μεταφράσεις

συμφέρω

(sim'ferο)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εξυπηρετώ Δεν τον συμφέρει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close