συμφωνώ

Μεταφράσεις

συμφωνώ

agree, correspond, stipulate, tallyakordiaccord, être d’accordيُوافِقُ عَلَىsouhlasitvære enigzustimmenestar de acuerdoolla samaa mieltäsložiti seconcordare賛成する동의하다mee eens zijnsamtykkezgodzić sięconcordarсоглашатьсяhålla medเห็นด้วยaynı fikirde olmakđồng ý同意 (simfo'no)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω παρόμοια γνώμη Συμφωνώ μαζί σου.μ' εσένα.
2. κάνω συμφωνία με κπ Συμφωνήσαμε ναότι θα δουλέψουμε μαζί. Συμφωνήσαμε στην τιμή.
3. παραδέχομαι Συμφωνώ ότι έχεις δίκιο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close