συνέπεια

Μεταφράσεις

συνέπεια

consequence, consistency, implication, offensive, effectأَثَر, عَاقِبَةdůsledek, účinekeffekt, konsekvensFolge, Wirkungconsecuencia, efectoseuraus, vaikutusconséquence, effetposljedica, učinakconseguenza, effetto影響, 結果결과, 효과effect, gevolgkonsekvens, virkningkonsekwencja, skutekconsequência, efeitoпоследствие, результатkonsekvens, verkanผลกระทบ, ผลลัพธ์etki, sonuçhậu quả, tác động后果, 影响 (si'nepia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επακόλουθο, αποτέλεσμα κατά συνέπεια
2. υπευθυνότητα, σοβαρότητα Δουλεύει με συνέπεια στο σχολείο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close