συναδελφικός

(προωθήθηκε από συναδελφική)
Μεταφράσεις

συναδελφικός

(sinaðelfi'kos) αρσενικό

συναδελφική

(sinaðelfi'ci) θηλυκό

συναδελφικό

(sinaðelfi'ko) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς ανταγωνισμό συναδελφικό πνεύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close