συναινετικός

(προωθήθηκε από συναινετική)
Μεταφράσεις

συναινετικός

(sineneti'kos) αρσενικό

συναινετική

(sineneti'ci) θηλυκό

συναινετικό

consensual (sineneti'ko) ουδέτερο
επίθετο
με συμφωνία από όλες τις μεριές συναινετικό διαζύγιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close