συναισθηματικός

(προωθήθηκε από συναισθηματικό)
Μεταφράσεις

συναισθηματικός

(sinesθimati'kos) αρσενικό

συναισθηματική

(sinesθimati'ci) θηλυκό

συναισθηματικό

emotional, sentimentalعَاطِفِيّ, عاطِفِيّcitový, sentimentálnífølelsesmæssig, sentimentalemotional, sentimentalemocional, sentimentalsentimentaalinen, tunteellinenémotif, sentimentalemocionalan, sentimentalancommovente, sentimentale感傷的な, 感情の감정의, 감정적인emotioneel, sentimenteelfølelsesmessig, sentimentalemocjonalny, sentymentalnyemocional, sentimentalсентиментальный, эмоциональныйkänslosam, sentimentalเกี่ยวกับอารมณ์, ซึ่งสะเทือนอารมณ์duygusalủy mị, xúc động多愁善感的, 情感的емоционален (sinesθimati'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με το συναίσθημα η συναισθηματική κατάσταση κάποιου συναισθηματική φόρτιση
2. ευαίσθητος συναισθηματικό παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close