συναρμολογώ

Μεταφράσεις

συναρμολογώ

assemble, put together (sinarmolo'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ενώνω τα κομμάτια ενός αντικειμένου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close