συναρμολόγηση

Μεταφράσεις

συναρμολόγηση

assembly, assemblagemontagem (sinarmo'loʝisi)
ουσιαστικό θηλυκό
η ένωση κομματιών για κατασκευή αντικειμένου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close