συνδέω

Μεταφράσεις

συνδέω

verbinden, befestigen, verkettenconnect, link, attach, bond, joinconnecter, lier, relier, attacherlegare, attaccare, collegareconectar, ligar, juntarيَرْتَبِطُ, يُرْفِقُpřipevnit, spojitfastgøre, sammenkædeadjuntar, sujetar, vincularkiinnittää, yhdistääpovezati, pričvrstitiつなぐ, 取り付ける관련되다, 붙이다hechten, koppelenfeste, knytte sammenpołączyć, przymocowaćприкреплять, соединятьbifoga, länkaเชื่อมโยง, ติดกันbirleştirmek, iliştirmekgắn, kết nối连结, 附上 (sin'ðeo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ενώνω Μας συνδέει σχέση φιλίας.
2. κάνω να λειτουργεί συνδέω το τηλέφωνο
3. κάνω κτ να έχει σχέση με κτ άλλο Συνέδεσε το όνομά του με την ιστορία της πόλης.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close