συνδεδεμένος

Μεταφράσεις

συνδεδεμένος

(sinðeðe'menos) αρσενικό

συνδεδεμένη

(sinðeðe'meni) θηλυκό

συνδεδεμένο

مُتَعَلِّق بِoddanýfastgjortvergebenattachedadjunto, apegadovarattuattachévezanaffezionato決まった相手がいる애정으로 묶여 있는gehechtknyttet tilprzywiązanyafeiçoado, apegadoприкрепленныйbifogadที่ติดกันbağlıgắn bó喜爱的 (sinðeðe'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. ενωμένος συνδεδεμένη συσκευή με
2. που έχει σχέση Το πρώτο θέμα είναι συνδεδεμένο με το δεύτερο.
3. δεμένος συναισθηματικά Είναι πολύ συνδεδεμένοι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close