συνεδριάζω

Μεταφράσεις

συνεδριάζω

(sineðri'azo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παίρνω μέρος σε συνεδρίαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close