συνειρμός

Μεταφράσεις

συνειρμός

associationassociation, connexion, enchaînement, suite (sinir'mos)
ουσιαστικό αρσενικό
σύνδεση σκέψεων, παραστάσεων κάνω συνειρμούς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close