συνεπαίρνω

Μεταφράσεις

συνεπαίρνω

transport (sine'perno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παρασύρω, μαγεύω Με συνεπήρε ο ενθουσιασμός. Το έργο με συνεπήρε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close