συνεπιβάτης

(προωθήθηκε από συνεπιβάτρια)
Μεταφράσεις

συνεπιβάτης

(sinepi'vatis) αρσενικό

συνεπιβάτρια

(sinepi'vatria) θηλυκό
ουσιαστικό
άτομο που βρίσκεται με άλλους σε μεταφορικό μέσο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close