συνεργάτης

(προωθήθηκε από συνεργάτ-ιδα-ρια)
Μεταφράσεις

συνεργάτης

(siner'ɣatis) αρσενικό

συνεργάτ-ιδα-ρια

collaborator, cooperator, partnercollaborateurPartner파트너партньор合作夥伴パートナーpartnerpartnerpartnerpartnerpartnerпартнер合作伙伴شريك (siner'ɣatiðatria) θηλυκό
ουσιαστικό
αυτός που συνεργάζεται με άλλον
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close