συνηθίζω

Μεταφράσεις

συνηθίζω

(sini'θizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μαθαίνω, εξοικειώνομαι Συνήθισα τη μοναξιά.

συνηθίζω

habit, used to, accustomobvykle通常обикновенообычноvanligtvis通常בדרך כלל일반적으로yleensä
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω τη συνήθεια Συνηθίζω να ξυπνάω νωρίς.
2. προσαρμόζομαι Συνήθισα (σ) το σκοτάδι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close