συνθήκη

Μεταφράσεις

συνθήκη

treaty, convention, condition, agreementconvention, traitéمُعَاهَدَةsmlouvatraktatVertragtratadosopimusugovortrattato条約조약verdragtraktattraktattratadoдоговорfördragสนธิสัญญาanlaşmahiệp ước条约條約 (sin'θici)
ουσιαστικό θηλυκό
1. επίσημη συμφωνία μεταξύ κρατών η συνθήκη της Λοζάννης
2. προϋπόθεση αναγκαία συνθήκη
3. τα δεδομένα καλές συνθήκες εργασίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close