συνοδεία

Μεταφράσεις

συνοδεία

accompaniment, escort에스코트 (sino'ðia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η ακολουθία, η παρέα Έφυγε με συνοδεία.
2. μουσική για όργανο που συνοδεύει συνοδεία πιάνου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close