συνοδεύω

Μεταφράσεις

συνοδεύω

accompany, escortaccompagner, escorterيُرافِقُ, يُصَاحِبُdoprovoditeskortere, ledsagebegleitenacompañar, escoltarsaattaa, tulla mukaanispratiti, pratitiaccompagnare同行する, 護衛する동행하다, 호위하다begeleiden, escortereneskortere, følgeodeskortować, towarzyszyćacompanhar, escoltarсопровождатьeskortera, följa medไปเป็นเพื่อน, คุ้มกันeşlik etmekđi cùng, hộ tống护卫, 陪同 (sino'ðevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ακολουθώ Με συνόδευσε στο μπαρ.
2. σερβίρω μαζί με κτ άλλο Με τι κρασί να συνοδεύσω τη σαλάτα;
3. μουσική παίζω μουσική μαζί με κπ συνοδεύω κπ στο πιάνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close