συνομήλικος

(προωθήθηκε από συνομήλικη)
Μεταφράσεις

συνομήλικος

(sino'milikos) αρσενικό

συνομήλικη

(sino'milici) θηλυκό

συνομήλικο

(sino'miliko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την ίδια ηλικία Είμαστε συνομήλικοι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close