συνομιλητής

(προωθήθηκε από συνομιλήτρια)
Μεταφράσεις

συνομιλητής

(sinomili'tis)
ουσιαστικό αρσενικό

συνομιλήτρια

interlocutor (sinomi'litria) θηλυκό
ουσιαστικό
που παίρνει μέρος σε συζήτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close