συνορεύω

Μεταφράσεις

συνορεύω

abut, adjoin (sino'revo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για χώρα, οικόπεδο) έχω τα ίδια σύνορα με άλλον
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close