συνταράζω

(προωθήθηκε από συνταράσσω)
Μεταφράσεις

συνταράζω

(sinda'razo)

συνταράσσω

(sinda'raso)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προκαλώ μεγάλη ψυχική αναστάσωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close