συντελώ

Μεταφράσεις

συντελώ

contributecontribuer (sinde'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. συμβάλλω παράγοντες που συντελούν στην αύξηση της παραγωγής
2. προκαλώ Το κάπνισμα συντελεί στην ανάπτυξη καρκίνου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close