συντομεύω

Μεταφράσεις

συντομεύω

abréger, raccourcirabbreviate, abridge (sindo'mevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να γίνει πιο γρήγορα συντομεύω απόσταση συντομεύω μια συζήτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close