συντονισμένος

Μεταφράσεις

συντονισμένος

(sindoni'zmenos) αρσενικό

συντονισμένη

(sindoni'zmeni) θηλυκό

συντονισμένο

协调協調koordineretcoordinatokoordinovanécoordinatedkoordiniert (sindoni'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
λειτουργικός, καλά ρυθμισμένος συντονισμένες κινήσεις συντονισμένη οργάνωση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close