συντονισμός

Μεταφράσεις

συντονισμός

coordinationcoordinationsamordning協調协调koordynacjacoördinatie調整coordinaciónкоординацияcoordenaçãocoordinamentokoordinointi조정التنسيقкоординацияkoordinacekoordinering (sindoni'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. ρύθμιση, οργάνωση ο συντονισμός των προσπαθειών
2. καθοδήγηση ο συντονισμός μιας εκπομπής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close