συντρίβω

Μεταφράσεις

συντρίβω

crush, devastate, dash, lick, overwhelm, smash, stun, bashdévaster, frapperيَضْرِبُ بِعُنْفpraštitbankeschlagengolpearpamauttaasnažno udariticolpire con violenza強打する강타하다beukenbankewalnąćbaterизбиватьslåทุบหรือตีอย่างแรงşiddetle vurmakđập mạnh猛击 (si'ndrivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. λιώνω Ο τοίχος τον συνέτριψε.
2. μεταφορικά διαλύω, νικάω τελειωτικά συντρίβω τον εχθρό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close